Δημήτρης Άνθης

ΓΟΓΓΑΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΝΘΗ, ΠΟΡΦΥΡΑΣ 1992

Κωνσταντίνα Γογγάκη, Επίκουρη Καθηγήτρια Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

    

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΝΘΗΣ: O ΖΩΓΡΑΦΟΣ - ΠΟΙΗΤΗΣ

       Πόρφυρας, 1992, 60:157-158

 

            Στη ζωγραφική του ο Δημήτρης Άνθης εξιδανί­κευσε τη Γυναίκα και μορφοποίησε την Αγάπη. Στις "Παναγίες" του συνυπάρχουν όλα τα θηλυκά σύμβολα, αλλά πιο πολύ η Αγία Μάννα, με το Γιο της - που στο πρόσωπό του ένας σταυρός αντικαθιστά τα χαρακτηριστικά του - σύμβολο του Πόνου και του Μαρτυρίου. Δεν μπορεί, ωστόσο, να δει κανείς το ένα σύμβολο χωρίς το άλλο: τη Μάννα - Εγκαρτέρηση, χωρίς το Γιο - Σταύρωση, ούτε το Γιό χωρίς τη θεϊκή προστασία της Αγάπης της Μάννας. Μόνο ως αδιάσπαστη ενότητα μπορεί να τα εκλάβει κανείς. Και θα έλεγα ότι το μήνυμα είναι αισιόδοξο - όπως κατά βάθος αισιόδοξος ήταν και ο ίδιος ο Άνθης- και για έναν ακόμη λόγο: η Μάννα είναι εκείνη που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος στο σύνολο, η αγία της φιγούρα, επομένως, κυριαρχεί. Είναι κάτι το οποίο ισχύει γενικότερα στο έργο του ζωγράφου, όπου τη Μάννα - Παναγία μόνη την έχει ζωγραφίσει πολλές φορές, ενώ είναι σπάνιες οι εμφανίσεις ενός μοναχικού Γιου - Χριστού. Το 1975, λόγου χάριν, σ' ένα σχέδιο του ζωγράφισε τον Χριστό στο Σταυρό του Μαρτυρίου με το σύμβολο "ΚΥΠΡΟΣ" αντί "Ι.Ν.Β.Ι."

      Τα παραπάνω, βέβαια, δεν αποτελούν παρά μία από τις απόψεις της ζωγραφικής του, γιατί ο Άνθης από τότε που μαθήτευε στον Tin Florias, και αργότερα στην Αθήνα στο φίλο του τεχνοκρίτη, ιστορικό της τέχνης, σοφό Τζούλιο Καΐμη, δεν σταμάτησε ποτέ το οδοιπορικό του. Ο Δημήτρης Άνθης ήταν ένας οδοιπόρος, στη ζωή και στην Τέχνη. Στην γνώση και στην αναζήτηση.

Αυτή η πορεία του στην ποιότητα εκφράζεται μέσα στο έργο του. Από τα σκοτεινά, μυστικιστικά έργα του θα φτάσει στα αρμονικά, εξαϋλωμένα, θαρ­ρείς, έργα. Παίζει με τα χρώματα. Από τα έντονα παλιότερα, θα περάσει στους απαλούς ζεστούς φωτισμούς των ενδιάμεσων χρωμάτων, στη σκου­ριά και στα χρώματα της γης. Εκείνο το οποίο κυριαρχεί είναι το φως. Πολλά έργα του αποπνέουν τέτοιο φως, που μπορούν να φωτίσουν και σε χαμηλό σκο­τάδι.

Μέχρι την τελευταία του στιγμή εργάζεται αστα­μάτητα. Τον ενδιαφέρει το θέμα, το σχέδιο, η πλοκή, ο φωτισμός, η ισορροπία του έργου. Το πιο αγαπημένο του μοντέλο, είναι η ζωντανή φύση. Ενώ, η παρατήρησή του βασίζεται στην λεπτομέρεια, αφαιρεί ό,τι βαραί­νει το έργο, αναπλάθει με το δικό του τρόπο την εικόνα, και, τελικά, αποτυπώνει την ουσία της σύνθε­σης, όπως εκείνος την αντιλαμβάνεται. Έτσι το έργο που φτάνει σε μας, απλό, με λιτές γραμμές, δεν είναι παρά ένα σύνολο συνθέσεων, που, διαποτι­σμένο με την ψυχή του εμπνευσμένου ζωγράφου, έχει κρατήσει την αρχική συγκίνηση και την αλήθεια του, και έχει γίνει διαχρονικό.

Κάτι ανάλογο παρατηρούμε και στις προσωπο­γραφίες του, όπου δεν αποτυπώνει την έκφραση μιας στιγμής, αλλά ένα σύνολο εκφράσεων, κάτω από τις οποίες κρύβονται πολλά μυστικά. Κατά τον Τζούλιο Καΐμη (Αθηναϊκή, Αθήνα 24 Απρ. 1962) "Τα πορτραίτα του γεμάτα πίστη και δύναμη δείχνουν τη θέληση για τη νίκη στη ζωή. Τα έργα του Άνθη δεί­χνουν μιαν αγάπη για την αλήθεια στη Τέχνη και μιαν απώτερη καλλιέργεια στη μελέτη του ατόμου και της φύσης, γι’ αυτό κι αποδίδει μια πλούσια ποιότητα".

Ο Άνθης απλώνει τα χρώματα σε ολόκληρη τη σύνθεση, δίνοντάς της μιαν ανάλαφρη ομοιογένεια και μια διαφάνεια, αφαιρώντας της το βάρος. Ο ίδιος πολλές φορές όταν ζωγράφιζε ήταν απόλυτα συγκε­ντρωμένος, έσφιγγε τα χείλη, μισοέκλεινε τα μάτια, αναστέναζε, αλλά τα έργα του αλάφρωναν από τον πόνο και την υπερβολή, γιατί η φύση δεν έχει τίπο­τα από ανθρώπινο πόνο. Σαν να κρατούσε εκείνος όλα αυτά τα στοιχεία, και άφηνε τη φύση ανέπαφη από τις ανθρώπινες μικρές κραυγές. Γιατί η φύση είναι πιο υψηλή και πιο πολύπλοκη και εμπεριέχει μέσα στα άλλα στοιχεία το ανθρώπινο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα έργα του δεν έχουν συ­ναίσθημα. Όμως το συναίσθημα του Άνθη δεν έχει υπερβολή. Δεν έχει άρνηση. Είναι σαν να έχει αποδεχτεί μια Συμπαντική αλήθεια. Και αυτό το συναί­σθημα εκφράζεται μέσα από την αρμονία και τη σιωπή. Είναι ένα εσωτερικό, βαθύ συναίσθημα, αλλά όχι βουβό. Το έρημο μικρό λευκό ξωκλήσι, ο βαρκάρης κατάμονος στο πέλαγος, το καράβια στο καρνάγιο, το ζευγάρι στο κάρο που φεύγει, δεν χρειάζονται φόρτωμα - στόλισμα για να εκφράσουν αυτό που έτσι κι αλλιώς εκφράζουν. Τα δέντρα, οι θάμνοι, τα βράχια, πολλές φορές είναι ένα, αξεχώριστα. Η ανθρώπινη φιγούρα, οι σκιές, ο δρόμος, το ποτάμι, είναι το κάθε ένα μόνο του αλλά και αδι­αίρετα. Μοιράζονται το Σύμπαν. Γιατί ο Άνθης δεν έβλεπε ξεκομμένα τα πράγματα. Όλα αποτελούν μια συνέχεια. Μια πορεία. Γι’ αυτό το ξωκλήσι δεν έχει γεωμετρικές γραμμές, δεν είναι φωτογραφία, αλλά είναι κάπου φυτρωμένο ανάμεσα σε κορμούς δέ­ντρων και χόρτα, που όμως δεν είναι μόνο κορμοί δέντρων και θάμνοι, αλλά ίσως και ανθρώπινες φιγούρες, στοιχειά, χωρικοί ή προσκυνητές. Σε όλα υπάρχει μια διαλεκτική σχέση, μια κίνηση, μια ήρεμη δύναμη - όχι κραυγαλέα, και μια συνομιλία. Ο Άνθης δεν προσθέτει λυρισμό στη φύση. Την αντιλαμβάνεται, την αφομοιώνει, την αποδέχεται. Και την εκφράζει χρησιμοποιώντας ως ενδιάμεσο το πινέλο - όπως ο ποιητής το μολύβι του - θέλοντας να της αποδώσει το λυρισμό που από μόνη της έχει[1].

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΓΟΓΓΑΚΗ



1.0 ζωγράφος Δημήτρης Άνθης πέθανε στις 11 Νοεμβρίου 1991 στην Αθήνα και κηδεύτηκε την άλλη μέρα στους Καστελλάνους Μέσης Κερκύ­ρας, όπου είχε γεννηθεί το 1925. Μαθήτευσε στο ζωγράφο Tin Florias (της σχολής της Μονμάρτης) και δίδαξε σχέδιο στις σχολές του Εθνικού Ιδρύματος. Έργα του βρίσκονται σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό, στις Δημοτικές Πινακοθήκες Ρόδου, Θεσσαλονίκης, Κερκύρας, στην Πινακοθήκη Αρχιεπισκοπής Κύπρου, σε Υπουργεία, Τράπεζες, Πρεσβείες.

 

 
You are here: